Lockdown: Ακόμη και ο πλέον αδαής μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι δεν θα ήταν δυνατόν το σώμα ενός αθλητή να μην υποστεί συνέπειες από μία περίοδο παρατεταμένης αδράνειας, όπως αυτή που βιώνουν οι ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές από τις αρχές Νοεμβρίου έως και σήμερα.

Μέχρι εκεί όμως. Περαιτέρω απαντήσεις, στα ερωτήματα που ευλόγως ακολουθούν, είναι σωστό να δίνονται από τους ειδικούς. Από τους ανθρώπους που σπούδασαν πάνω στο αντικείμενο της φυσικής κατάστασης του αθλητή και οι οποίοι έχουν τα «εργαλεία» να τεκμηριώσουν επιστημονικά μία άποψη.

Ο Δημήτρης Λόντος είναι απόφοιτος των ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής, κάτοχος διπλώματος UEFA B’ και μετρά ήδη πολλά… χιλιόμετρα στον χώρο του ποδοσφαίρου, κυρίως του ερασιτεχνικού, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Ο 38χρονος γυμναστής απαντά στις ερωτήσεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από αυτή την απραξία ή και μία ενδεχόμενη άτακτη επάνοδο στη δράση, δίνει τις δικές του συμβουλές και εκτιμά πως οι ερασιτέχνες αθλητές πρέπει πρωτίστως να αναζητήσουν μέσα τους το κίνητρο που θα τους αποτρέψει από την παράδοση τους σε έναν άλλο τρόπο ζωής…

Αναλυτικά η συνέντευξη που παραχώρησε στον Δημήτρη Θεοδώρου και την «Ώρα των σπορ»:

 

-Οι ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές συμπληρώνουν τρεις μήνες μακριά από αγωνιστικές υποχρεώσεις και ομαδικές προπονήσεις. Είναι εφικτό να υπολογιστεί το μέγεθος της ζημιάς που συμβαίνει στο σώμα ενός αθλητή μετά από μια τέτοια αποχή;

«Κάθε εβδομάδα που περνάει, όταν υπάρχει πλήρης αποχή από προπόνηση, ο οργανισμός πέφτει περίπου 3% σε δύναμη, σε αντοχή, γενικότερα σε παράγοντες που έχουν να κάνουν με τη φυσική κατάσταση. Όσο αυξάνεται ο χρόνος αποχής, αυξάνεται δυσανάλογα και το ποσοστό αυτό. Για παράδειγμα, σε έξι μήνες αποχής μπορεί το ποσοστό αυτό σε ένα σώμα που παραμένει αδρανές να φτάσει ακόμα και στο 60%! Όσον αφορά το σημείο που βρισκόμαστε τώρα, με την τρίμηνη αποχή, ένας αθλητής που έχει κάνει συντήρηση, μπορεί να χάσει το 30%».

-Οι ατομικές προπονήσεις που εκτελούν οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές όλο αυτό το διάστημα, καλύπτουν έστω ένα μέρος από τις ομαδικές που χάνονται; Και αν ναι, σε τι ποσοστό;

«Όταν ένας αθλητής, από εκεί που έκανε πέντε προπονήσεις και ένα παιχνίδι, βρεθεί να κάνει τρεις μέρες ένα πρόγραμμα συντήρησης, το ποσοστό φθοράς μπορεί να μειωθεί στο μισό. Το 3% της εβδομάδας, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει 1.5%. Όλα αυτά, βεβαίως, προκύπτουν βάσει ερευνών».

-Εφόσον παρθεί απόφαση για επανεκκίνηση, ποιο είναι το διάστημα που θα είναι καλό να έχουν μπροστά τους για να προετοιμαστούν οι ποδοσφαιριστές μέχρι την έναρξη των αγώνων, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος τραυματισμών; Και με ποιο τρόπο θα πρέπει να γίνει αυτή η μετάβαση;

«Καταρχήν, πρέπει πρώτα να γίνουν οι μετρήσεις εκείνες, με τις οποίες θα μάθουμε σε ποιο σημείο βρίσκονται οι ποδοσφαιριστές. Υπάρχουν οι ειδικοί, που είναι οι γυμναστές, οι οποίοι, σε συνεργασία με τους εργοφυσιολόγους, βλέπουν που ακριβώς βρίσκεται ένας οργανισμός. Από εκεί και πέρα, μετά τον έλεγχο των εργομετρικών, θα πρέπει προοδευτικά να δοθεί επιβάρυνση, για να αποφευχθούν οι τραυματισμοί. Και είναι εφικτό να αποφευχθούν οι τραυματισμοί, αν υπάρχει το κατάλληλο χρονικό πλαίσιο. Εκεί είναι και το μυστικό. Όσον αφορά, λοιπόν, το χρονικό πλαίσιο, είναι διαφορετικό για τους ποδοσφαιριστές που έχουν δουλέψει το προηγούμενο διάστημα και βρίσκονται σε ένα επίπεδο και διαφορετικό για εκείνους που δεν έχουν δουλέψει. Οι αθλητές θα πρέπει να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα τουλάχιστον για έξι με οκτώ εβδομάδες, πάντα με αξιολόγηση για την κατάσταση που βρίσκονται, προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο ο κίνδυνος των τραυματισμών. Εκείνοι που δούλεψαν την περίοδο της καραντίνας θα είναι έτοιμοι πιο γρήγορα. Και πάλι, όμως, δεν θα επανέλθουν στο 100%. Σε αυτό το σημείο, να προσθέσω ότι παρατηρήσαμε μετά την πρώτη καραντίνα πως οι ποδοσφαιριστές επέστρεψαν σε ένα πολύ καλό επίπεδο αερόβιας αντοχής, ακριβώς επειδή είχαν τη δυνατότητα να κάνουν τρέξιμο. Αργότερα, το διαβάσαμε και σε κάποιες σχετικές έρευνες που έγιναν. Μάλιστα, βοηθήθηκαν πολύ και παιδιά που είχαν προβλήματα τραυματισμών, προκειμένου να κάνουν αποκατάσταση και να μπουν πάλι στο πρόγραμμά τους με τον καλύτερο δυνατό ρυθμό».

-Συνεπώς, ενδέχεται να αποβεί ζημιογόνο, αν δοθεί για την επάνοδο των ποδοσφαιριστών διάστημα για προετοιμασία μικρότερο του ενός μήνα;

«Σε διάστημα ενός μήνα ή λιγότερο, ένας ποδοσφαιριστής ο οποίος βρίσκεται εντελώς έξω από το φυσικό του περιβάλλον, δεν έχει τις εντάσεις και τις πιέσεις του αγωνίσματός του, που είναι ομαδικό, με μαρκαρίσματα και τζαρτζαρίσματα. Κινήθηκε ατομικά όλο αυτό το διάστημα της αποχής. Επομένως, δεν θα μπορέσει να το αναπληρώσει με τρεις ή τέσσερις εβδομάδες, είτε έκανε ατομική προπόνηση είτε όχι».

-Έχει βάση η άποψη ότι το πρόβλημα για τους τερματοφύλακες είναι μικρότερο, υπό την έννοια ότι η ατομική τους προπόνηση είναι πιο κοντά σε αυτό που ούτως ή άλλως κάνουν σε περίοδο κανονικότητας;

«Δεν νομίζω ότι ευσταθεί κάτι τέτοιο. Τα κομμάτια της φυσικής κατάστασης (δύναμη, αντοχή, ταχύτητα κλπ), στα οποία δουλεύει ένας τερματοφύλακας, είναι τα ίδια. Απλώς, αλλάζουν η μεθοδολογία και οι ασκήσεις. Επίσης, και από τους ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται μέσα, αλλά και από τους τερματοφύλακες, λείπουν τα ίδια πράγματα. Λείπει το αντικείμενο του αθλήματος που είναι η μπάλα, λείπει η ψυχολογία, η επαφή, η επικοινωνία, η συνεργασία».

-Ανησυχείς ότι οι επιπτώσεις στους νεαρούς ποδοσφαιριστές και τα μικρά παιδιά θα είναι ανεπανόρθωτες, με δεδομένο ότι το σώμα τους βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη;

«Πρόκειται για ένα πολύ ευαίσθητο και περίπλοκο ζήτημα. Στο ψυχολογικό κομμάτι, με βάση τις αποφάσεις της Πολιτείας και τις εισηγήσεις των λοιμωξιολόγων, αυτό που μπορούσαν να κάνουν οι γονείς, ήταν να βγάζουν τα παιδιά τους έξω να τρέξουν, να κάνουν ποδήλατο, να αθληθούν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Όσα παιδάκια είχαν αυτή τη δυνατότητα, ήταν τυχερά, ακριβώς επειδή είναι η ηλικία τους τέτοια, που πρέπει να τρέξουν. Σε όσες περιπτώσεις οι γονείς δεν βρήκαν χρόνο να το κάνουν λόγω εργασίας και, έτσι, έπρεπε να μείνουν σπίτι τα παιδιά τους, ίσως αυτά κληθούν να αντιμετωπίσουν θέματα για τα οποία θα χρειαστεί συζήτηση με τους γονείς, με έναν ειδικό ή με έναν παιδοψυχολόγο. Νομίζω ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και γι’ αυτό οι γονείς πρέπει να είναι με πολλούς τρόπους κοντά στο παιδί. Σε ό,τι έχει να κάνει με το σωματικό μέρος, στην ηλικία μεταξύ 6 έως 10 ετών το σημαντικότερο κομμάτι είναι το ψυχοσωματικό. Από 10 έως 14 ετών είναι οι αναπτυξιακές ηλικίες για τα αγόρια. Εκεί, αλλάζει μυοσκελετικά το σώμα τους, παίρνουν ύψος και, έτσι, το κέντρο βάρους αλλάζει. Σε αυτές τις ηλικίες, προσπαθούμε να πετύχουμε με την προπόνηση τη νευρομυική συναρμογή. Κάνουμε ασκήσεις, είτε με μπάλα είτε και χωρίς, για να βελτιώσουμε τα κομμάτια της ισορροπίας του σώματος και του συντονισμού των κινήσεων. Όλα αυτά αλλάζουν σε αυτές τις ηλικίες, καθώς η ανάπτυξη του παιδιού είναι ραγδαία. Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό να μην χάνουν αυτό το διάστημα. Στις ηλικίες από 14 και πάνω, οι αθλητές έχουν φτάσει σε επίπεδο τεχνικής και τακτικής γνώσης σε έναν καλό βαθμό. Αυτές οι προπονήσεις, λοιπόν, τους λείπουν, πέρα από το σωματικό και τη διασκέδαση, επειδή έχουν αρχίσει να νιώθουν τον έντονο ανταγωνισμό. Κάποιοι, μάλιστα, θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές, συνεπώς με αυτή την κατάσταση βλέπουν το όνειρό τους να χάνεται. Είναι λογικό ειδικά για τους έφηβους, που είναι ένα βήμα πριν την πρώτη ομάδα, να είναι προβληματισμένοι. Δεν σας κρύβω ότι έχω μιλήσει με ποδοσφαιριστές της Football League που βρίσκονται κοντά στην ηλικία των 28 ετών, οι οποίοι λόγω της ψυχολογικής τους φόρτισης, σκέφτονται να σταματήσουν το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και να στραφούν επαγγελματικά σε κάτι που θα τους δώσει ένα εισόδημα. Έχουν φτάσει σε οικονομικό και ψυχολογικό αδιέξοδο».

-Ποια συμβουλή θα έδινες στους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές;

«Να κάνουν μία ενδοσκόπηση, να ψάξουν αν αυτό που -δυστυχώς- έχουν στερηθεί τρεις μήνες είναι αυτό που αγαπούν και αν υπάρχει αυτό το εσωτερικό κίνητρο, είμαι σίγουρος ότι θα βγουν, θα προπονηθούν, θα ακολουθήσουν τις οδηγίες ενός ειδικού ώστε η μεθοδολογία τους να είναι σωστή, για να μπορέσουν να είναι, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, σε καλή κατάσταση όταν επιστρέψουν, αλλά και για να αποφύγουν έναν τραυματισμό, που μπορεί να τους κρατήσει για ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μακριά από αγωνιστικούς χώρους. Να προστατεύσουν, λοιπόν, τον εαυτό τους, βρίσκοντας το εσωτερικό κίνητρο. Διότι πάνω απ’ όλα, ό,τι κάνουμε στον αθλητισμό, το κάνουμε για εμάς. Ας μην ξεχνάμε ότι η υγεία είναι ο πραγματικός πλούτος».

mikriliga.com